5 Ιανουαρίου 1913: Όταν ο Ελληνικός στόλος με το θρυλικό θωρηκτό Αβέρωφ,διέλυσε τον τουρκικό στην Ναυμαχία της Λήμνου..

Και τα τρία τουρκικά θωρηκτά, που είχαν υποστεί σοβαρές ζημιές, διέφυγαν τελικά προς την είσοδο των Στενών και δεν επιχείρησαν άλλη έξοδο σ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου.

5 Ιανουαρίου 1913: Όταν ο Ελληνικός στόλος με το θρυλικό θωρηκτό Αβέρωφ,διέλυσε τον τουρκικό στην Ναυμαχία της Λήμνου..

Αποφασιστική ναυμαχία για την έκβαση του Α’ Βαλκανικού Πολέμου μεταξύ του ελληνικού και του τουρκικού στόλου στο Βόρειο Αιγαίο. Διεξήχθη στις 5 Ιανουαρίου 1913 στη γραμμή Λήμνου – Στενών κι έληξε με περιφανή νίκη του ελληνικού ναυτικού. Με την επικράτησή του, που ήλθε ως συνέχεια της ναυμαχίας της Έλλης (3 Δεκεμβρίου 1912), ο ελληνικός στόλος σταθεροποίησε την κυριαρχία του στο Αιγαίο, ενώ ο τουρκικός δεν τόλμησε μέχρι το τέλος του πολέμου να εξέλθει από τα Στενά των Δαρδανελλίων.

ΟΙ ΑΝΤΙΠΑΛΟΙ ΣΤΟΛΟΙ

Ο Ελληνικός Στόλος που σχετικά πρόσφατα είχε αποκτήσει το ισχυρότερό του πλοίο, το θωρακισμένο εύδρομο Γεώργιος Αβέρωφ, ήταν ο μόνος από τους συμμα­χικούς που μπορούσε να αντιμετωπίσει τις ναυτικές δυνάμεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι τελευταίες αυτές εκτός των δύο μεγάλων (10.000 τόνων) ωκεα­νο­πόρων θωρηκτών γερμανικής ναυπηγήσεως (Χαϊρεντίν Βαρβαρόσσα και Τοργκούτ Ρεϊς) με έξι πυροβόλα των 11 ιντσών και βαριά θωράκιση, διέθεταν και δύο παλαιότερα θωρηκτά, το Μεσσουδιέ (9.000 τόννοι, δύο πυροβόλα των 9,2 ιντσών) και το παλιό και αργό Ασσάρ-ι-Τεφίκ (5.000 τόνοι, τρία πυροβόλα των 5,9 ιντσών). Όμως το κόσμημα του Οθωμανικού στόλου ήταν τα δύο νεότευκτα και ταχύτατα ημιθωρηκτά εύδρομα που ναυπηγήθηκαν το 1905 στην Αμερική και Αγγλία, το Χαμηδιέ και το Μετζηδιέ. Ο Τουκικός στόλος, που διοικούνταν από τον Ναύαρχο Ραμίζ Μπέη, είχε σαν κύρια βάση τον Ναγαρά – την αρχαία Άβυδο – προστατευμένη μέσα στα στενά των Δαρδανελλίων.

Η Ελλάδα αντιπαρατάσσει εκτός από τον Αβέρωφ (10.000 τόνοι, 4 πυροβόλα των 9,2 ιντσών), και τα τρία παλαιά ανακαινισμένα γαλλικής ναυπηγήσεως θωρηκτά Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά, με τρία πυροβόλα των 10,8 ιντσών το καθένα. Αντικειμενι­κά λοιπόν φαίνεται να μειονεκτεί σοβαρά σε αριθμό

κυρίων πλοίων, εκτόπισμα, θωράκιση και πυροβολικό, για μία κατα μέτω­πο ναυτική σύγκρουση. Απ’ την άλλη μεριά διαθέτει πληρώματα με ασύγκριτη ναυτική εμπειρία και υψηλότατο φρόνημα και ηθικό. Η μεγαλύτερη όμως υπεροχή της Ελλά­δος στην θάλασσα είναι ο αρχηγός του ναυτικού της, ο ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης, ένας ευφυ­έ­στατος ναυτικός που είχε ζωντανή μέσα του την βαρειά κληρονομιά των προ­γό­νων του πυρπολητών του 21, και πάθος μέγα για νίκη επί “του εχθρού του γένους”.

Το πρωί της 5ης Ιανουαρίου το καταδρομικό «Μετζιντιέ, τα θωρη­κτά «Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα», «Τοργκούτ-Ρεΐς» και «Μεσουντιέ» και οκτώ ακόμη αντιτορπιλλικά βγήκαν από τα Δαρδανέλια και κατευθύνθηκαν προς τη Λήμνο.

Τα ελληνικά αντιτορπιλικά «Λέων» και «Ασπίς» ανέφεραν την εμφάνιση του εχθρικού στόλου στον ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη, ο οποίος ήταν ήδη ενήμερος για τις κινήσεις του από την προηγουμένη.

Ο Κουντουριώτης διέταξε την έξοδο του ελληνικού στόλου από το λιμάνι του Μούδρου προς αντιμετώπιση του εχθρού. Τον αποτελούσαν τα θωρηκτά «Αβέρωφ» (μακράν το πιο αξιόπιστο πλοίο του στόλου), «Σπέτσαι», «Ύδρα» και «Ψαρά», τα ανιχνευτικά «Ιέραξ» και «Αετός» και τα αντιτορπιλλικά «Σφενδόνη», «Νίκη» και «Ναυκρατούσα».

Στο μεταξύ, τα τουρκικά πλοία έφθασαν σε απόσταση λίγων μιλίων από το ανατολικό άκρο της Λήμνου και στις 11:34 άρχισαν να βάλλουν εναντίον των ελληνικών πλοίων από απόσταση 8.400 μέτρων, τα οποία απάντησαν αμέσως. Το τουρκικό πυροβολικό αποδείχθηκε και πάλι άστοχο, ενώ από την ελληνική πλευρά οι βολές ήταν πιο εύστοχες σε σχέση με τη Ναυμαχία της Έλλης.

Η παρουσία του «Αβέρωφ» στη μάχη ήταν έκπληξη για την τουρκική πλευρά, η οποία πίστευε ότι βρισκόταν σε καταδίωξη του θωρηκτού «Χαμιδιέ», το οποίο είχαν βγάλει στο Αιγαίο για αντιπερισπασμό, λίγες ημέρες νωρίτερα. Όμως, ο ναύαρχος Κουντουριώτης, έχοντας αντιληφθεί το σχέδιό τους, που αποσκοπούσε στην απο­μάκρυνση του ελληνικού στόλου από τα Στενά, παρέμεινε με τα άλλα θωρηκτά στο Μούδρο, περιμένοντας την πιθανή έξοδο του τουρκικού στό­λου από τα Δαρδανέλλια, όπως κι έγινε.

Στις 11:50 οι δύο στόλοι βρίσκονταν σε απόσταση 6.700 μέτρων. Στις 11:54, ενώ το «Μεσουντιέ» είχε υποστεί σοβαρές βλάβες, ομοβροντία του «Αβέρωφ» προκάλεσε σημαντικές ζημιές και απώλειες στο θωρηκτό «Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα», που αποσύρθηκε από τη μάχη. Το ακολούθησε το σχετικά άθικτο «Τοργκούτ-Ρεΐς». Έτσι, ύστερα από μία εικοσάλεπτη ναυμαχία, ο τουρκικός στόλος τράπηκε σε φυγή.

Το Θωρηκτό «Αβέρωφ» εν ώρα ναυμαχίας

 

Στις 12:02, το θωρηκτό «Αβέρωφ» άρχισε την καταδίωξη του εχθρού και τις 13:50 βλήμα του βρή­κε το «Τοργκούτ-Ρεΐς» και προκάλε­σε ρήγμα, από το οποίο τα νερά μπήκαν στο λεβητοστάσιό του. Και τα τρία τουρκικά θωρηκτά, που είχαν υποστεί σοβαρές ζημιές, διέφυγαν τελικά προς την είσοδο των Στενών και δεν επιχείρησαν άλλη έξοδο σ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου.

Κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας, ο τουρκικός στόλος έριξε συνολικά 800 βολές, όσες περίπου και ο ελληνικός. Όμως, οι έλληνες πυροβολητές ήταν πιο εύστοχοι και προκάλεσαν πολλά θύματα στον εχθρό (πάνω από 100 νεκρούς). Από την ελληνική πλευρά αναφέρθηκε μόνο ένας τραυματισμός, του δίοπου – σαλπιγκτή του «Αβέρωφ».

Το αποτέλεσμα της ναυμαχίας της Λήμνου συνέβαλε αναμφισβήτητα στην απόφαση της κυβέρνησης Κιαμήλ να προχωρήσει στην υπογραφή ειρήνης. Ο αρχηγός τού τουρκικού ναυτικού Ραμίζ μπέης αντικαταστάθηκε από τον πλοίαρχο Ταχήρ μπέη και παραπέμφθηκε σε στρατοδικείο, το οποίο όμως τον αθώωσε. Τα τουρκικά πολεμικά, ακατάλληλα λόγω των ζημιών για επιχειρήσεις ανοιχτής θάλασσας, ανέλαβαν την προστασία της Κωνσταντινούπολης από ενδεχόμενη βουλγαρική επίθεση