ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 18/12/1803: Σουλιώτισσες χορεύουν τον χορό του Ζαλόγγου και πέφτουν στον γκρεμό μαζί με τα παιδιά τους!

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 18/12/1803: Σουλιώτισσες χορεύουν τον χορό του Ζαλόγγου και πέφτουν στον γκρεμό μαζί με τα παιδιά τους!

Ο χορός του Ζαλόγγου είναι ένα ιστορικό γεγονός που συνέβη μετά την οριστική κατάληψη του Σουλίου από τα στρατεύματα του Αλή πασά, τον Δεκέμβριο του 1803, και μετά την αποχώρηση των Σουλιωτών από τα μέρη τους, κατά τα συμφωνηθέντα και υπογραφέντα μεταξύ του Αλή πασά και των Σουλιωτών στις 12 Δεκεμβρίου 1803.

Στις 18 Δεκεμβρίου του 1803 (παλαιό ημερολόγιο), στη κορυφή του όρους Ζάλογγο, εξελίχθηκαν γεγονότα τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα μια ομάδα Σουλιωτισσών με τα παιδιά τους να αποφασίσουν να πεθάνουν ελεύθερες παρά να πέσουν στα χέρια των Τουρκαλβανών. Έτσι, προτίμησαν, με μία πράξη αυτοθυσίας, αντί να ατιμαστούν από τον αιώνιο εχθρό τους, να πέσουν από την άκρη του γκρεμού «εν χορώ» και τραγουδώντας, όπως μαρτυρεί ο Σουλεϊμάν αγάς, Αλβανός αξιωματικός, περίλυπος μάρτυρας αυτής της αξιομνημόνευτης τραγωδίας.

Η περίπτωση του Ζαλόγγου γρήγορα έγινε γνωστή όχι μόνο τον τουρκοκρατούμενο ελληνικό χώρο αλλά και στην Ευρώπη κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, προκαλώντας ιδιαίτερη συγκίνηση και θαυμασμό.

Το γεγονός αυτό ανάγεται στις μάχες που έδωσαν τα εκστρατευτικά σώματα του Αλή Πασά των Ιωαννίνων όταν αποφάσισε να καταλάβει την περιοχή του Σουλίου, υποτάσσοντας έτσι τους κατοίκους του. Κατά τις τελευταίες εκείνες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, τέταρτες κατά σειρά, όταν περικυκλώθηκαν κάποια εναπομείναντα εκεί γυναικόπαιδα των Σουλιωτών, που είχαν καταφύγει στο υφιστάμενο ομώνυμο μοναστήρι, Μονή του Ζαλόγγου, που προκειμένου να μην υποστούν την αιχμαλωσία και άλλους εξευτελισμούς, αποφάσισαν να ριφθούν σε παρακείμενο γκρεμό, (φαράγγι),μαζί με τα βρέφη που κρατούσαν στην αγκαλιά τους.

Κατά τα ίδια γεγονότα η κόρη του Νότη Μπότσαρη, ενώ μετέφερε στους ώμους της την τραυματισμένη μητέρα της, βλέποντας ότι κινδύνευαν να συλληφθούν, έριξε τη μητέρα από έναν βράχο στον ποταμό Αχελώο και έπεσε και η ίδια.

Εκείνη την εποχή ο εξευτελισμός των γυναικών χρησιμοποιούνταν από τον Αλή Πασά ως μέσο αντιμετώπισης των Σουλιωτών. Ένας από τους τρόπους εξευτελισμού ήταν και η πώληση των γυναικών ως σκλάβων, σε εποχή που το εμπόριο λευκών σκλάβων μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν νόμιμο και καταργήθηκε με φιρμάνι μόλις το 1830.

Αναφορά Μπαρτόλντυ:

Πρώτος που κατέγραψε το γεγονός αυτό, ήταν ο Πρώσος περιηγητής και διπλωμάτης Ιάκωβος Μπαρτόλντυ, που έτυχε την εποχή εκείνη (1803-1804) να βρίσκεται στα Ιωάννινα. Η έστω και πολύ περιληπτική αναφορά του στο γεγονός κρίνεται περισσότερο αντικειμενική, με δεδομένο ότι δεν ήταν και τόσο ευνοϊκός προς τους Έλληνες, ούτε όμως και με τον Αλή Πασά, που όμως δεν τον εμπόδισε να τονίσει τη γενναιότητα των Σουλιωτών, αλλά και την αγριότητα των τμημάτων του Αλή Πασά. Στην αναφορά του εκείνη στο έργο του Ταξίδιον εις την Ελλάδα 1803 – 1804, (δημοσιεύτηκε στη γερμανική το 1805, και σε γαλλική μετάφραση το 1807), σημειώνει (σε ελεύθερη μετάφραση):

«Καμιά εκατοστή απ’ αυτούς τους δυστυχισμένους είχαν αποτραβηχτεί βόρεια της Πρέβεζας στο Μοναστήρι του Ζαλόγγου. Τους επιτέθηκαν εκεί θεωρώντας ότι τάχα αυτή η τοποθεσία, πράγματι ισχυρή, θα μπορούσε να τους προσφέρει ένα νέο τόπο μόνιμης διαμονής, όπου και η σφαγή που ακολούθησε υπήρξε φρικτή. Τριάντα εννέα γυναίκες γκρεμίστηκαν από τα βράχια με τα παιδιά τους που μερικά ακόμη βύζαιναν».

Αναφορά Ουίλιαμ Μάρτιν Ληκ:

Δεύτερος που κατέγραψε το γεγονός, περισσότερο λεπτομερώς, ήταν ο Άγγλος στρατιωτικός, περιηγητής και αρχαιολόγος, Ουίλιαμ Μάρτιν Ληκ, από πληροφορίες που συνέλεξε το 1805, ως αντιπρόσωπος της Αγγλίας στα Ιωάννινα, τις οποίες συμπεριέλαβε στο σύγγραμμά του Περιήγηση στη Βόρεια Ελλάδα. Στην αναφορά του αυτή σημειώνει:

«Περίπου 100 οικογένειες είχαν αποτραβηχτεί στο μέρος αυτό από το Σούλι και την Κιάφα, με συνθήκες και ζούσαν στο λόφο ανενόχλητες ώσπου έπεσε το Κούγκι. Τότε επειδή τάχα η περιοχή αυτή ήταν περισσότερη οχυρή ξαφνικά τους επιτέθηκαν με διαταγή του Βεζίρη. Όταν η κατάσταση έγινε απελπιστική ο Κίτσος Μπότσαρης και ένα τμήμα του διέφυγαν. Από τους υπολοίπους, 150 σκλαβώθηκαν και 25 κεφάλια στάλθηκαν στον Αλβανό Μπουλούκμπαση στην Καμαρίνα που διεύθυνε τις επιχειρήσεις, 6 άνδρες και 22 γυναίκες ρίχτηκαν από τα βράχια από το ψηλότερο σημείο του γκρεμνού, προτιμώντας έτσι παρά να πέσουν ζωντανοί στα χέρια των εχθρών τους. Πολλές γυναίκες που είχαν παιδιά τις είδαν να τα ρίχνουν με δύναμη προτού εκείνες κάνουν το μοιραίο πήδημα ».

Στη δεύτερη ιστορικά αυτή αναφορά γίνεται σαφής λόγος για αυτοκτονία και βρεφοκτονία, ενώ προστίθενται 6 άνδρες, ο δε αριθμός των γυναικών περιορίζεται στις 22, χωρίς να γίνεται και εδώ μνεία για χορό. Σημειώνεται όμως ότι το σύγγραμμα αυτό δημοσιεύτηκε 33 χρόνια αργότερα, το 1835, επί βασιλείας του Όθωνα.